Με τον ερχομό της άνοιξης, όταν η φύση ξαναβρίσκει τον ρυθμό της, οι άνθρωποι από τα αρχαία χρόνια ένιωθαν την ανάγκη να συμμετάσχουν στη διαδικασία της αναγέννησης. Η αλλαγή των εποχών δεν ήταν μόνο μια φυσική μετάβαση, αλλά μια στιγμή γεμάτη συμβολισμούς, που συνδεόταν με τη γονιμότητα και τη χαρά.
Στον ελληνικό χώρο, πήρε μορφή μέσα από τη λατρεία του Διονύσου. Στη Θήβα, που συνδέεται με τον μύθο του θεού καθώς θεωρείται μια από τις πατρίδες του, η διονυσιακή παράδοση αντηχεί μέχρι σήμερα στο έθιμο του Βλάχικου Γάμου, το οποίο αναβιώνει στις Απόκριες και φέτος συμπληρώνει 170 χρόνια ιστορίας.
Πρόκειται για ένα παραδοσιακό δρώμενο γεμάτο θεατρικότητα και συλλογικό παλμό, καταγεγραμμένο στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας, ως ζωντανό στοιχείο της τοπικής ταυτότητας της πόλης.
Μιλώντας στον FLASH o Στέλιος Μπεκρής, πρόεδρος του Παραδοσιακού Συλλόγου του Βλάχικου Γάμου της Θήβας, μας μετέφερε το μήνυμα της μυσταγωγικής εμπειρίας που θα νιώσει όποιος το ζήσει από κοντά.
«Ο Βλάχικος Γάμος δεν αποτελεί μια αποκριάτικη εκδήλωση. Κατατάσσεται στα ευγονικά έθιμα. Είναι μια ζωντανή γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μια τελετουργία που μεταφέρει στο σήμερα την αρχαιότατη διονυσιακή λατρεία μέσα από τη σάτιρα, τον χορό και τη μουσική. Αυτό το έθιμο είναι το μοναδικό πανελλαδικά το οποίο διαδραματίζεται και την Καθαρά Δευτέρα. Είναι η ταυτότητα της Θήβας» αναφέρει αρχικά.
Από τα ορεινά ποιμενικά τοπία στη βοιωτική πεδιάδα
Οι ρίζες του εθίμου εντοπίζονται στις ποιμενικές κοινότητες των βλάχων της περιοχής του Ασπροποτάμου, μιας ορεινής και δυσπρόσιτης ζώνης όπου η παράδοση διατηρήθηκε σχεδόν αλώβητη από εξωτερικές επιρροές.
Γύρω στα 1850, οι βλάχοι εγκαταστάθηκαν στη Θήβα με τους ποιμένες, οι οποίοι ήταν άμεσα εξαρτημένοι από τους κύκλους της φύσης, να κάνουν τελετουργίες με έντονο γονιμικό χαρακτήρα. «Εκείνη την περίοδο στη Θήβα εορτάζονταν τα Διονύσια. Στην περιοχή του Βλαχομαχαλά (Μεγάλη Παναγία) βρίσκονταν οι βλάχοι λόγω της εύφορης πεδιάδας» μας λέει ο Στέλιος.
«Προκειμένου οι Θηβαίοι πολίτες να τους κοροϊδέψουν άρχισαν να παίρνουν στοιχεία της καθημερινότητάς τους, όπως τα Φουργικά στον γάμο τους, στα οποία ενέταξαν και διονυσιακά στοιχεία. Έτσι λοιπόν, το έθιμο του Βλάχικου Γάμου είναι ένα από τα πιο ζωντανά προχριστιανικά κατάλοιπα των αρχαίων ομαδικών ελληνικών εθίμων» συνεχίζει.
Οι φαλλικοί συμβολισμοί, τα σκωπτικά τραγούδια και οι χοροί με πολεμική ή εκστατική ένταση δεν αποτελούσαν απλώς στοιχεία λαϊκής διασκέδασης, αλλά πράξεις με βαθιά σημασία.
Ένα ανοιχτό τελετουργικό
Ο Βλάχικος Γάμος ξεκινά από την Κυριακή της Τυρινής με την πόλη να μεταμορφώνεται σε μια ανοιχτή σκηνή. Το σύνολο των δρώμενων εξελίσσεται σταδιακά και καταλήγει στην πομπή και την τελετή του «γάμου» την Καθαρά Δευτέρα.
Ο «Καπετάνιος» με τον «Πανούση» συνοδευόμενοι από τα τοπικά όργανα (νταούλια και ζουρνάδες) φέρνουν βόλτα στα κονάκια και συναθροίζουν τα μπουλούκια με τους βλάχους, του Μακεδόνες και τους Λιάπηδες.
Στη συνέχεια, μαζεύονται στην κεντρική πλατεία της πόλης και στους γύρω δρόμους και στήνουν φωτιές, χορεύουν και πίνουν το κρασί της Θήβας.
Τα ξημερώματα της Καθαράς Δευτέρας, ο «Σκάρος» ξυπνάει τους Βλάχους και δίνει το έναυσμα για τη μεγάλη γιορτή που θα ακολουθήσει. Στην κεντρική πλατεία ανάβει φωτιά όπου ψήνεται η «προπύρα», δηλαδή η πίτα της νύφης. Σιγά σιγά τα μπουλούκια μαζεύονται και ξεκινάει ο Πυρρίχιος χορός από τα παληκάρια.
Στη συνέχεια, οι βλάχοι αλλά και οι επισκέπτες συγκεντρώνονται στο γραφικό δασάκι της Αγίας Τριάδας για φαγητό και γλέντι. Όλοι μαζί στρώνουν κοινό τραπέζι με νηστίσιμα εδέσματα και ακολουθούν τον χορό. Από εκεί, ξεκινά η «πομπή» για το κέντρο της πόλης, όπου όλοι μαζί καταλήγουν τα «κονάκια» των συμπεθέρων πάνω στις δυο καλύβες.
Ο γαμπρός, η νύφη, την οποία υποδύεται άνδρας, οι συμπέθεροι και οι συγγενείς εμπλέκονται σε έναν διάλογο γεμάτο υπαινιγμούς, πειράγματα και κοινωνικά σχόλια. Η χρήση της βλάχικης προφοράς προσδίδει αυθεντικότητα και ενισχύει το κωμικό στοιχείο, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως γλωσσικό αποτύπωμα μιας ιστορικής κοινότητας.
«Στον Βλάχικο Γάμο δεν ντύνονταν ποτέ γυναίκες γιατί από αρχαιοτάτων χρόνων απαγορευόταν να συμμετέχουν στα διονυσιακά τελετουργικά. Μέχρι το 1950-52, η νύφη ήταν άντρας.
Προκειμένου να αναβαθμιστεί το έθιμο, στην περίοδο της Χούντας αποφασίστηκε η νύφη να αναπαρίσταται από γυναίκα και θα έρχονται γυναίκες εκτός Θηβών για να κάνουν και τις συμπεθέρες. Αυτό διήρκησε έως το 1975 και τη δεκαετία του 1980, οι Θηβαίες άρχισαν να συμμετέχουν πιο ενεργά» σημειώνει ο Στέλιος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, γύρω στα τέλη του 2000, ο Σύλλογος του Βλάχικου Γάμου αποφάσισε να επιστρέψει το δρώμενο στην αρχική του μορφή και πλέον η νύφη ενσαρκώνεται ξανά από άνδρα.
Κορυφαία στιγμή αποτελεί ο κυκλικός «χορός του πεθαμένου», ένα προχριστιανικό κατάλοιπο που παραπέμπει ευθέως στη διονυσιακή ιδέα του θανάτου και της αναγέννησης.
Οι φορεσιές ως φορείς μνήμης και συμβολισμού
Ιδιαίτερη θέση στο έθιμο κατέχουν οι παραδοσιακές φορεσιές, οι οποίες δεν λειτουργούν απλώς ως ενδυματολογικό συμπλήρωμα, αλλά ως ζωντανά τεκμήρια πολιτισμικής ταυτότητας. «Είναι πιστές αντιγραφές των φορεσιών των ποιμένων Βλάχων εκείνης της εποχής» αναφέρει ο Στέλιος.
Η αντρική περιβολή περιέχει τη μπουραζάνα (το παραβράκι) που φορούσαν οι τσοπάνηδες, το τσαμαντάνι (φέρμελη) το οποίο έχει φτερά ενώ των ποιμένων δεν είχε. Στη συνέχεια η πουκαμίσα με τα φαρδιά μανίκια και τέλος το κόκκινο μαντίλι που φοριέται στον λαιμό και το οποίο συμβολίζει την αγνότητα της νύφης. «Στο έθιμο του Βλάχικου Γάμου κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα» σημειώνει ο Στέλιος.
Οι γυναικείες ρουμελιώτικες φορεσιές είναι πιστές αντιγραφές και αποτελούνται από το λευκό φόρεμα που φοριέται από κάτω, τη σιγκούνα, μια ποδιά με πλούσια κεντήματα, φλουριά και τα χαρακτηριστικά μαντίλια συνθέτουν μια εικόνα επιβλητική. Τα ασημένια κοσμήματα και τα νομίσματα που κοσμούν το στήθος και την κεφαλή λειτουργούν ως σύμβολα ευημερίας και κοινωνικού κύρους.
Νταούλι και ζουρνάς: Η καρδιά του εθίμου
Η μουσική αποτελεί τον παλμό του Βλάχικου Γάμου. Ο ήχος του ζουρνά (πίπιζα) και του νταουλιού διαπερνά τους δρόμους της πόλης, καλώντας τους κατοίκους και τους επισκέπτες να συμμετάσχουν. Οι ρυθμοί είναι έντονοι, επαναληπτικοί, σχεδόν υπνωτικοί, δημιουργώντας ένα κλίμα συλλογικής έκστασης.
«Οι ήχοι τους δεν ακούγονται καμία ημέρα του χρόνου στην πόλη παρά μόνο αυτές τις 4 μέρες του εθίμου. Αυτό διότι ο ζουρνάς είναι η μετά αυλού εποχή όπως είχαν στις διονυσιακές ιεροτελεστείες και δεν πρόκειται να φύγει. Από την άλλη, το νταούλι υπήρχε και στα αρχαία χρόνια και γι αυτό συνεχίζει να υπάρχει» τονίζει εμφατικά ο Στέλιος Μπεκρής.
Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν συνοδεύει απλώς το δρώμενο. Αντιθέτως, το εμψυχώνει και το ενοποιεί και τα τραγούδια που ακούγονται περιέχουν σκωπτικούς και τολμηρούς στίχους. Η σάτιρα λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης, επιτρέποντας την ανατροπή της καθημερινής ιεραρχίας και την ελευθερία της έκφρασης.
Παράλληλα, οι κυκλικοί χοροί που σχηματίζονται στους δρόμους και την κεντρική πλατεία μετατρέπουν τον αστικό χώρο σε τελετουργικό πεδίο.
Η συλλογική ταυτότητα ως μοχλός για τις νεότερες γενιές
Πέρα από το γλέντι και τη θεατρικότητα, ο Βλάχικος Γάμος έχει βαθιά κοινωνική σημασία. Αποτελεί μηχανισμό διατήρησης της συλλογικής μνήμης και ενίσχυσης της τοπικής ταυτότητας. Μέσα από τη συμμετοχή στο έθιμο, οι νεότερες γενιές έρχονται σε επαφή με τις ρίζες τους και μαθαίνουν τη σημασία της παράδοσης όχι ως στατικό κατάλοιπο, αλλά ως ζωντανή διαδικασία.
«Ανέκαθεν όποιος ήθελε να ντυθεί στον Βλάχικο Γάμο έπρεπε να έχει κάποιον να τον τραβήξει. Έναν θείο, έναν ξάδελφο, έναν πατέρα. Εμείς σαν Σύλλογος έχουμε ξεκινήσει και προβάλουμε βίντεο στα Γυμνάσια, στα Λύκεια της πόλης μας και εξηγούμε το δρώμενο. Μας ενδιαφέρει αυτός που θα συμμετάσχει να είναι διαβασμένος και να γνωρίζει τι κάνει και γιατί φοράει αυτήν τη φορεσιά, γιατί χορεύει αυτόν τον χορό και για ποιον λόγο βρίσκεται εκεί. Αυτό είναι το σημαντικό» τονίζει χαρακτηριστικά ο Στέλιος.
Ο Βλάχικος Γάμος συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της πολιτιστικής ταυτότητας της Θήβας, συνδυάζοντας ιστορική μνήμη, τελετουργικά κατάλοιπα με τη σύγχρονη ζωή. Με σταθερή παρουσία στον χρόνο και ενεργή εμπλοκή των κατοίκων, διατηρεί τον χαρακτήρα του ως ζωντανό δρώμενο που κάθε χρόνο επαναφέρει στο προσκήνιο τη σχέση της πόλης με τις ρίζες της.
Το έθιμο ολοκληρώνεται με μια ουσιαστική ευχή «Και του χρόνου στο μέτρο». Μια φράση που συμπυκνώνει το νόημα εκφράζοντας την προσδοκία ότι την επόμενη χρονιά που θα ξανασυναντηθούν θα είναι όλοι παρόντες.